έγγαμος
表示
ギリシア語
[編集]発音
[編集]形容詞
[編集]έγγαμος (éngamos) 男性 女性 έγγαμος 又は έγγαμη, 中性 έγγαμο
- 既婚の。
έγγαμοςの能動形
| 数 格 / 性 |
単数 | 複数 | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| 男性 | 女性 | 中性 | 男性 | 女性 | 中性 | |
| 主格 | έγγαμος • | έγγαμος • / έγγαμη • | έγγαμο • | έγγαμοι • | έγγαμοι • / έγγαμες • | έγγαμα • |
| 属格 | έγγαμου • | έγγαμου • / έγγαμης • | έγγαμου • | έγγαμων • | έγγαμων • | έγγαμων • |
| 対格 | έγγαμο • | έγγαμο • / έγγαμη • | έγγαμο • | έγγαμους • | έγγαμους • / έγγαμες • | έγγαμα • |
| 呼格 | έγγαμε • | έγγαμε • / έγγαμη • | έγγαμο • | έγγαμοι • | έγγαμοι • / έγγαμες • | έγγαμα • |
類義語
[編集]- νυμφευμένος (nymfevménos)
- παντρεμένος (pantreménos)
対義語
[編集]- άγαμος (ágamos)