βούτυρος

出典: フリー多機能辞典『ウィクショナリー日本語版(Wiktionary)』
ナビゲーションに移動 検索に移動

古典ギリシア語[編集]

発音[編集]

  • 古典: IPA: [bo᷄ː.tʉːros]
  • コイネー: IPA: [bu.tyːro̞s]
  • 初期ビザンツ: IPA: [βu.tyros]

語源[編集]

複合語:βοῦς () +‎ τυρός (チーズ)

名詞[編集]

βούτῡρος (属格 βουτύρου) 男性, 第2変化

  1. バター
格/数 単数 両数 複数
主格 ὁ βούτῡρος

τώ βουτύρω

οἱ βούτῡροι

属格 τοῦ βουτύρου

τοῖν βουτύροιν

τῶν βουτύρων

与格 τῷ βουτύρῳ

τοῖν βουτύροιν

τοῖς βουτύροις

対格 τόν βούτῡρον

τώ βουτύρω

τούς βουτύρους

呼格 βούτῡρε

βουτύρω

βούτῡροι

関連語[編集]