πλάτη
表示
πλατύ も参照。
ギリシア語
[編集]発音
[編集]語源1
[編集]古典ギリシア語 πλάτη (plátē)
名詞
[編集]πλάτη 女性(Lua エラー モジュール:parameters 内、37 行目: attempt to index local 'param' (a boolean value)) (複数: πλάτες (plátes))
派生語
[編集]- πισώπλατος (pisóplatos)
- πλαταράς 男性 (platarás)
- πλατάρια 中性 複数 (platária)
- ωμοπλάτη 女性 (omopláti)
関連語
[編集]語源2
[編集]名詞
[編集]πλάτη (pláti) 中性
- πλάτοςの複数主格。
- πλάτοςの複数対格。
- πλάτοςの複数呼格。