コンテンツにスキップ

σκουμπρί

出典: フリー多機能辞典『ウィクショナリー日本語版(Wiktionary)』

ギリシア語

[編集]

異表記・別形

[編集]

語源

[編集]

古典ギリシア語 σκομβρίς (skombrís) < σκόμβρος (skómbros)

名詞

[編集]

σκουμπρί 中性(skoumprí) (複数: σκουμπριά (skoumpriá))

  1. () サバ

諸言語への影響

[編集]