コンテンツにスキップ

τηλέφωνο

出典: フリー多機能辞典『ウィクショナリー日本語版(Wiktionary)』

ギリシア語

[編集]

語源

[編集]

発音

[編集]
  • IPA(?): /tiˈle.fo.no/

名詞

[編集]

τηλέφωνο 中性 (tiléfono) (複数: τηλέφωνα (tiléfona))

  1. 電話

格変化

[編集]

派生語

[編集]

関連語

[編集]

脚注

[編集]
  1. τηλέφωνο, Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (現代ギリシア語辞典), Triantafyllidis Foundation, 1998年, Centre for the Greek language