φανάρι
表示
ギリシア語
[編集]語源
[編集]名詞
[編集]φανάρι 中性 (fanári) (複数: φανάρια (fanária))
φανάρι の格変化
派生語
[編集]- φαναράκι 中性 (fanaráki)
- κρατώ το φανάρι (krató to fanári)
- πισινό φανάρι 中性 (pisinó fanári)
- φως φανάρι (fos fanári)
諸言語への影響
[編集]- → ルーマニア語: fanar